Η αργόσυρτη δολοφονία της πρότασης Μακρόν επιβεβαιώνει την ανάγκη για υπεύθυνη ανυπακοή – ΕφΣυν 21 ΑΠΡ 2018

Το αφήγημα του κατεστημένου ήταν και παραμένει: Να παραμείνουμε «υποδειγματικοί κρατούμενοι» ώστε να παραμείνουμε εντός της ευρωζώνηης έως ότου οι Βορειοευρωπαίοι  προχωρήσουν σε λύσεις τύπου Μακρόν. Τα ψέματα όμως τελείωσαν. Η δολοφονία της μετριοπαθούς πρότασης Μακρόν ήταν η τελευταία ευκαιρία μιας συστημικής μεταρρύθμισης του συστήματος. Αυτή η ευρωζώνη δεν θα μεταρρυθμιστεί μέσα από συναινετικές διαδικασίες! Μόνο μέσα από την υπεύθυνη ανυπακοή.

[Για την ιστοσελίδα της ΕφΣυν πατήστε εδώ.]

Αμέσως μετά την εκλογή του, ο Εμανουέλ Μακρόν κατέθεσε συγκεκριμένη πρόταση για τη σταθεροποίηση της ευρωζώνης. Ο ίδιος τη χαρακτήρισε μινιμαλιστική: το ελάχιστο δηλαδή που πρέπει να γίνει για να μπορέσει το ευρώ να πάψει να λειτουργεί ως μόνιμη πηγή υφεσιακών και αποδομητικών δυνάμεων.

Σε κατ’ ιδίαν συζήτηση μάλιστα, είχε δηλώσει ευθαρσώς ότι θεωρούσε την υλοποίηση της πρότασής του προαπαιτούμενο για να μπορέσει η Γαλλία να αναπνεύσει εντός της ευρωζώνης.

Τον τελευταίο χρόνο, το γερμανικό κατεστημένο καταφέρει τη μία μαχαιριά μετά την άλλη στο σώμα της πρότασης Μακρόν. Σήμερα, μετά τις τελευταίες δηλώσεις του Βερολίνου, το μετριοπαθές σχέδιο του Μακρόν για την ευρωζώνη κείται πλέον νεκρό, αν και ακόμα άταφο.

Μαζί του, αιμόφυρτη στο πάτωμα των διαδρόμων και αιθουσών όπου λαμβάνονται οι σημαντικές αποφάσεις, κείται και η τελευταία ευκαιρία του ευρωπαϊκού κατεστημένου να καταστήσει την ευρωζώνη βιώσιμη και να ξαναδώσει πνοή στην παραπαίουσα Ευρωπαϊκή Ενωση.

Η πρόταση Μακρόν για την ευρωζώνη 

Η πρόταση του νέου Γάλλου προέδρου περιείχε τέσσερα βασικά σημεία.

  • 1. Δημιουργία κοινού προϋπολογισμού της ευρωζώνης, που χρηματοδοτείται όχι από τα κράτη-μέλη αλλά από νέους «ομοσπονδιακούς» φόρους, καθώς και από δάνεια που επιβαρύνουν όχι τα κράτη-μέλη αλλά το σύνολο της ευρωζώνης. Επιγραμματικά: ομοσπονδοποίηση της δημοσιονομικής πολιτικής.
  • 2. Πραγματική τραπεζική ενοποίηση έτσι ώστε όταν μια τράπεζα καταρρέει και χρειάζεται χρήματα (τη λεγόμενη, κατ’ ευφημισμόν, «ανακεφαλαιοποίηση»), αυτή η διαδικασία να μην επιβαρύνει τους πολίτες της χώρας στην οποία έχει τα κεντρικά της γραφεία η εν λόγω τράπεζα, αλλά να δίνεται μια λύση ευρωπαϊκή. Κι αν η τράπεζα πρέπει να κλείσει, οι εγγυημένες καταθέσεις των καταθετών να επιβαρύνουν συνολικά την ευρωζώνη, είτε μέσα από τον ESM σε συνδυασμό με την ΕΚΤ, είτε από τον κοινό προϋπολογισμό.
  • 3. Κοινό ταμείο ανεργίας, έτσι ώστε μια μεγάλη ύφεση σαν αυτή της τελευταίας δεκαετίας να μη φέρνει σε ασφυξία τα κράτη με τη μεγαλύτερη ανεργία και να αναγκάζονται οι χώρες με τη μεγαλύτερη ανάγκη δημόσιων επενδύσεων να προβαίνουν στον εκμηδενισμό των δημόσιων επενδύσεων.
  • 4. Κοινό επενδυτικό ταμείο, το οποίο να στρέφει επενδυτικές ροές στις πιο βαριά χτυπημένες από μια κρίση χώρες, με στόχο την εξισορρόπηση σε όλη την επικράτεια της ευρωζώνης.

Καμία από αυτές τις προτάσεις δεν ήταν καινοτόμες. Για την ακρίβεια, είναι οι αυτονόητες μεταρρυθμίσεις χωρίς τις οποίες η ευρωζώνη θα παραμένει ένα σιδερένιο κλουβί λιτότητας για τη μεγάλη πλειονότητα των πολιτών της, και μάλιστα ασταθές και επιρρεπές στη διάλυση. Αυτό που όμως ήταν καινούργιο ήταν πως για πρώτη φορά τέτοιες προτάσεις κατετίθεντο από τον πρόεδρο της Γαλλίας και, μάλιστα, σε μια συγκυρία ιδιαίτερα δύσκολη για τη Γερμανίδα καγκελάριο, η οποία σε τελική ανάλυση χρωστούσε την πολιτική της επιβίωση στην εκλογική νίκη του Μακρόν επί της Λεπέν. (Αμφισβητεί κανείς ότι, εάν είχε νικήσει η Μαρίν Λεπέν, η κ. Μέρκελ θα βρισκόταν στο σπίτι της σήμερα;)

Το σχέδιο του Μακρόν ήταν απλό: Θα «γερμανοποιούσε» τη γαλλική αγορά εργασίας, θα εφάρμοζε λιτότητα όσο χρειαζόταν για να ρίξει το έλλειμμα του γαλλικού προϋπολογισμού (για πρώτη φορά) κάτω από το κατά Μάαστριχτ «νόμιμο» όριο και, κατόπιν, θα πήγαινε στο Βερολίνο με το εξής επιχείρημα: «Εκανα αυτό που ζητούσατε χρόνια τώρα. Γερμανοποίησα τη γαλλική μισθωτή εργασία και τον γαλλικό κρατικό προϋπολογισμό. Σειρά σου τώρα, Ανγκελα, να συμφωνήσεις με την πρότασή μου σταθεροποίησης και ολοκλήρωσης της νομισματικής μας ένωσης».

Από την επόμενη κιόλας μέρα της εκλογής του Μακρόν (π.χ. βλ. 13/5/2017, «Εφημερίδα των Συντακτών»), προέβλεπα ότι «…το Βερολίνο δεν θα του δώσει τίποτα. Και τι θα κάνει τότε; Χωρίς τη διάθεση να ασκήσει βέτο στην Ε.Ε. και στο Eurogroup, τα ωραία του σχέδια για την ευρωζώνη θα ξεχαστούν, όπως του Ολάντ προηγουμένως, και το μόνο που θα μείνει είναι ο θυμός και η απόγνωση που τρέφουν η λιτότητα, η μείωση των φόρων για τους πλούσιους και η απορρύθμιση της μισθωτής εργασίας». Δυστυχώς αυτό ακριβώς συνέβη.

Η δολοφονία των πολλών, μικρών μαχαιριών 

Το Βερολίνο ποτέ δεν είπε, μια κι έξω, όχι στην πρόταση του Μακρόν. Απλά, από την πρώτη μέρα άρχισε να την τραυματίζει με πολλές μαχαιριές, κάποιες πολύ μικρές, άλλες μεγαλύτερες. Η αρχή έγινε, βεβαίως, από τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο οποίος απέρριψε την ιδέα ενός κοινού προϋπολογισμού με κοινό χρέος και κοινούς φόρους. Η Ανγκελα Μέρκελ είπε ότι συζητά τον κοινό προϋπολογισμό, αλλά όχι και το κοινό χρέος.

Μερικές μέρες αργότερα, επέστρεψε ο Σόιμπλε με μια πρόταση που φαινόταν συμβιβαστική ενώ, στην πραγματικότητα, ήταν το άκρον άωτον την επιθετικότητας απέναντι στον Μακρόν: Πρότεινε να επιτρέπεται ένα ποσό από τη χρηματοδοτική ικανότητα του ESM (σημ. ο ESM χορήγησε τα δάνεια του 3ου μας Μνημονίου) να χορηγείται σε χώρες της ευρωζώνης για επενδυτικούς σκοπούς κι όχι απλά για μνημονιακές διασώσεις.

Πολλοί αναθάρρησαν επειδή δεν κατάλαβαν τι είχε κατά του ο Σόιμπλε: την εδραίωση της τρόικας στο… Παρίσι (που, όπως μου είχε εξομολογηθεί δύο φορές, ήταν ο διακαής του πόθος).

Οποιος έχει διαβάσει το καταστατικό του ESM, καταλαβαίνει το γιατί: για να λάβει κράτος-μέλος έστω και ένα ευρώ από τον ESM, χρειάζεται Μνημόνιο και επιτήρηση. Το μήνυμα του Σόιμπλε στον Μακρόν ήταν απλό: Αν η Γαλλία ήθελε επενδυτικά κονδύλια από την ευρωζώνη, το Παρίσι θα πρέπει να ζει αγκαλιά με την τρόικα.

Από τότε, ο Σόιμπλε μπορεί να έφυγε από το ομοσπονδιακό υπουργείο Οικονομικών, όμως οι διάδοχοί του, τόσο ο χριστιανοδημοκράτης Αλτμαγιερ όσο και ο «σοσιαλδημοκράτης» Σολτς, συνεχίζουν να ρίχνουν τη μία μαχαιριά μετά την άλλη στο σώμα της πρότασης Μακρόν: Ξεκαθάρισαν ότι δεν υπάρχει πιθανότητα να προχωρήσει η τραπεζική ενοποίηση αν πρώτα δεν εξαφανιστούν τα «κόκκινα» δάνεια από την περιφέρεια (κάτι που είναι αδύνατον). Απέρριψαν την ιδέα ενός κοινού ταμείου ανεργίας. Απαγόρευσαν στο Eurogroup ακόμα και τη συζήτηση για κοινό προϋπολογισμό και κοινό χρέος.

Μήνυσαν στην Κομισιόν ότι ο ESM δεν πρόκειται ποτέ να περάσει στη δικαιοδοσία της, ούτε και να ενταχθεί στο κοινοτικό δίκαιο. Και το πιο βάναυσο και τελειωτικό χτύπημα: Ανακοίνωσαν ότι ο ESM, ακόμα κι εάν μετονομαστεί σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο, θα παραμείνει εξαρτημένος από το ΔΝΤ, τον οποίο θα επικουρεί σε μελλοντικές «διασώσεις».

Κι εμείς; 

Το αφήγημα του ελληνικού κατεστημένου ήταν και παραμένει ότι εμείς δεν έχουμε εναλλακτική από το να παίζουμε τον ρόλο των «υποδειγματικών κρατούμενων», περιμένοντας τους Βορειοευρωπαίους να προχωρήσουν σε λύσεις τύπου Μακρόν οι οποίες, κάποια στιγμή, θα μας δώσουν το πολυπόθητο εξιτήριο από τη δίνη του μη βιώσιμου χρέους και της αυτοτροφοδοτούμενης λιτότητας.

Το 2011 μας το έλεγαν αυτό οι κ. Παπανδρέου-Παπακωνσταντίνου. Το 2014, παρόμοιο τροπάρι ακούγαμε από τους κ. Σαμαρά-Βενιζέλο. Το 2018, η ίδια ιστορία από τους κ. Τσίπρα-Δραγασάκη:

Λίγη υπομονή ακόμα κι η Ευρώπη, ελέω Μέρκελ και με τη βοήθεια κάποιου Μακρόν, θα κάνει το μεγάλο βήμα προς την ομοσπονδία. Θα είναι έγκλημα να είμαστε εμείς απ’ έξω όταν θα γίνει αυτό το πολυπόθητο βήμα! 

Τα ψέματα όμως τελείωσαν. Η δολοφονία της μετριοπαθούς πρότασης Μακρόν ήταν η τελευταία ευκαιρία μιας συστημικής μεταρρύθμισης του συστήματος. Αυτή η ευρωζώνη δεν θα μεταρρυθμιστεί μέσα από συναινετικές διαδικασίες. Τελεία και παύλα. Αυτός είναι ο λόγος που το ΜέΡΑ25 καταθέτει μια ψύχραιμη και ουσιαστική πρόταση: Ο μόνος τρόπος να είμαστε υπεύθυνοι σήμερα είναι μέσα από άμεση, ήρεμη αλλά αποφασιστική ρήξη με το Eurogroup και την ευρωζώνη.

Χωρίς φανφάρες, μεγαλοστομίες ή ρητορείες, να νομοθετηθούν οι επτά βασικές τομές που είναι προαπαιτούμενα για να αναπνεύσει η ελληνική κοινωνία είτε είμαστε στο ευρώ είτε όχι.