Η διαρκής κρίση της Ελλάδας

Άρθρο του Γιάνη Βαρουφάκη για το Project Syndicate – απόδοση στα ελληνικά ThePressProject.gr

Από το καλοκαίρι του 2015, η Ελλάδα δεν βρίσκεται (συνήθως) στη διεθνή ειδησεογραφία, αλλά όχι επειδή η οικονομική της κατάσταση έχει σταθεροποιηθεί. Μια φυλακή δεν είναι ενδιαφέρουσα εάν οι κρατούμενοι υποφέρουν σιωπηλά. Μόνο όταν οι κρατούμενοι οργανώσουν μια εξέγερση και οι αρχές προσπαθούν να την ελέγξουν, τότε εμφανίζονται τα ειδησεογραφικά συνεργεία.
Η τελευταία εξέγερση σημειώθηκε κατά το πρώτο εξάμηνο του 2015, όταν οι Έλληνες ψηφοφόροι απέρριψαν τη συσσώρευση νέων δανείων πάνω στον όγκο του ήδη μη βιώσιμου χρέους, μια κίνηση που θα παρέτεινε την πτώχευση της Ελλάδας και στο μέλλον, ενώ θα προσποιοόταν ότι αυτή έχει ξεπεραστεί. Και ήταν σε αυτό το σημείο που η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο- με την προσέγγιση «παράτασης και προσποίησης» τους να κινδυνεύει- διέλυσαν την «Ελληνική Άνοιξη» και επέβαλαν ακόμα ένα ανεξόφλητο δάνειο σε μια χρεοκοπημένη χώρα. Έτσι, ήταν μόνο θέμα χρόνου πριν επανέλθει το πρόβλημα.

Εν τω μεταξύ, η προσοχή στην Ευρώπη έχει μετατοπιστεί προς το Brexit, τον ξενοφοβικό δεξιό λαϊκισμό στην Αυστρία και τη Γερμανία και το συνταγματικό δημοψήφισμα της Ιταλίας, το οποίο έριξε την κυβέρνηση του Ματέο Ρέντσι. Σύντομα, η προσοχή θα μετατοπιστεί και πάλι, αυτή τη φορά προς το ετοιμόρροπο πολιτικό κέντρο της Γαλλίας. Αλλά, να μην ξεχνάμε ότι η βλακώδης διαχείριση της κρίσης χρέους της Ευρώπης ξεκίνησε στην Ελλάδα. Μια μικρή χώρα μπροστά στα μεγαλεπήβολα σχέδια στην Ευρώπη έγινε ένα πείραμα μιας στρατηγικής που θα μπορούσε να παρομοιαστεί με έναν έντονο χιονιά. Οι επακόλουθες χιονοστιβάδες υπονομεύουν από τότε τη νομιμότητα της ΕΕ.

Το πρόβλημα με την Ελλάδα είναι πως όλοι λένε ψέματα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ψεύδονται όταν ισχυρίζονται ότι το «πρόγραμμα» για την Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει εφ’ όσον η ελληνική κυβέρνηση ακολουθήσει τις οδηγίες τους. Η Γερμανία ψεύδεται όταν επιμένει ότι η Ελλάδα μπορεί να ανακάμψει χωρίς ουσιαστική ελάφρυνση του χρέους, μέσω μεγαλύτερης λιτότητας και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Η σημερινή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ λέει ψέματα όταν επιμένει ότι ουδέποτε συμφώνησε σε ανέφικτους δημοσιονομικούς στόχους. Και, τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, το ΔΝΤ λέει ψέματα όταν οι αξιωματούχοι του προσποιούνται ότι δεν είναι υπεύθυνοι για την επιβολή των στόχων αυτών στην Ελλάδα.

Όταν τόσα πολλά ψέματα- με τόσο πολύ πολιτικό κεφάλαιο να επενδύεται στη διαιώνιση τους – ενώνονται, ο διαχωρισμός τους απαιτεί ένα άμεσο χτύπημα, παρόμοιο με αυτό του Αλεξάνδρου όταν  έκοψε τον γόρδιο δεσμό. Αλλά ποιος θα υψώσει το σπαθί;
Κατά τραγικό τρόπο, η λύση του προβλήματος είναι προφανής και εξαιρετικά απλή. Το ελληνικό κράτος έγινε αφερέγγυο περίπου έναν χρόνο μετά την έκρηξη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 2008. Ενάντια σε κάθε λογική, το ευρωπαϊκό κατεστημένο, περιλαμβανομένων των διαδοχικών ελληνικών κυβερνήσεων και του ΔΝΤ, επέκτεινε το μεγαλύτερο δάνειο στην ιστορία προς την Ελλάδα με τέτοιους όρους που εγγυώνται μια μείωση του εθνικού εισοδήματος σε τέτοιο επίπεδο που δεν έχει παρατηρηθεί από τη Μεγάλη Ύφεση. Για να συγκαλύψουν τον παραλογισμό αυτής της απόφασης, προστέθηκαν νέα δάνεια που βασίζονται σε ακόμα μεγαλύτερη λιτότητα μέσω της περικοπής των μισθών.

Όταν κάποιος βρίσκει τον εαυτό του σε έναν λάκκο, η απλούστερη λύση είναι να σταματήσει το σκάψιμο. Αντ’ αυτού όμως, οι δυνάμεις της Ευρώπης, η ελληνική κυβέρνηση και το ΔΝΤ κατηγορούν ο ένας τον άλλο για το ποιος οδήγησε τους Έλληνες σε μια άβυσσο.

Πρόσφατα, ο Πολ Τόμσεν, ο διευθυντής του Ευρωπαϊκού Τμήματος του ΔΝΤ και ο Μορίς Όμπστφελντ, επικεφαλής οικονομολόγος του, διαμαρτυρήθηκαν σε μια από κοινού γραμμένη δημοσίευση σε μπλογκ, λέγοντας ότι «δεν είναι το ΔΝΤ που απαιτεί περισσότερη λιτότητα». Το φταίξιμο βρίσκεται αλλού. «Αν η Ελλάδα συμφωνεί με τους Ευρωπαίους εταίρους της για φιλόδοξους δημοσιονομικούς στόχους», υποστήριξαν , «μην επικρίνετε το ΔΝΤ για το ότι επιμένει στη λιτότητα όταν ζητάμε να δούμε τα απαιτούμενα μέτρα για να γίνουν τέτοιοι στόχοι αξιόπιστοι».

Ο Τόμσεν και ο Όμπστφελντ έχουν εν μέρει δίκιο. Ο Έλληνας πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, δεν είχε καμία δουλειά να συμφωνήσει στους καταστρεπτικούς δημοσιονομικούς στόχους που απαιτήθηκαν από τη Γερμανία και την ΕΕ όταν ήμουν υπουργός Οικονομικών. Οι ισχυρισμοί του διαδόχου μου ότι η κυβέρνηση ποτέ δεν δέχτηκε τους στόχους, είναι ανειλικρινείς. Όπως πολύ καλά γνωρίζει, παραιτήθηκα κυρίως επειδή τον Απρίλιο του 2015 ο Τσίπρας συμφώνησε σε αυτούς τους στόχους πίσω από την πλάτη μου. Οι πρώην συνεργάτες μου τα βάζουν με αυτόν που φέρνει τα κακά νέα, το ΔΝΤ σε αυτήν την περίπτωση,  για το ότι οι στόχοι στους οποίους συμφώνησαν απαιτούν ακόμα μεγαλύτερη λιτότητα.

Είναι επίσης αλήθεια ότι το ΔΝΤ συστηματικά και ορθώς, επέκρινε αυτούς τους στόχους. Αλλά αυτό που ο Τόμσεν αμελεί να αναφέρει είναι ότι, χωρίς τη δικιά του ανοχή και την ανοχή της Γενικής Διευθύντριας του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν θα ήταν σε θέση να επιβάλει αυτούς τους στόχους. Και αυτό είμαι σε θέση να το ξέρω: εκπροσώπησα την Ελλάδα στις συνεδριάσεις του Eurogroup (το οποίο περιλαμβάνει τους υπουργούς Οικονομικών των χωρών της ευρωζώνης), όταν συνέβη αυτό.

Ο Τόμσεν φαίνεται να έχει τη συναίσθηση της ευθύνης του να σταματήσει τη νομιμοποίηση της ασφυξίας που γίνεται στην ελληνική οικονομία υπό γερμανικής καθοδήγησης. Σε μια τηλεφωνική συνομιλία τον Μάρτιο με την Ντέλια Βελκουλέσκου, επικεφαλής της ελληνικής αποστολής του ΔΝΤ, ο Τόμσεν εξήγησε τι πρέπει να συμβεί αν η Γερμανία επιμείνει στη διάλυση της Ελλάδας μέσω της μη χορήγησης μιας ελάφρυνσης του χρέους. Σύμφωνα με την απομαγνητοφώνηση της κλήσης (που κυκλοφόρησε από το WikiLeaks), ο Τόμσεν πίστευε ότι οι ευρωπαίοι ηγέτες δεν θα ασχοληθούν με το ζήτημα μέχρι την ολοκλήρωση του δημοψηφίσματος για το Brexit στη Μ. Βρετανία.

Σύμφωνα με τον Τόμσεν: «Εμείς τότε λέμε, “Κοιτάξτε κ. Μέρκελ, αντιμετωπίζετε ένα ερώτημα, πρέπει να σκεφτείτε τι έχει περισσότερο κόστος: να συνεχίσετε χωρίς το ΔΝΤ και η Ομοσπονδιακή Βουλή να πει ‘Το ΔΝΤ δεν συμμετέχει;’ ή να επιλέξετε την ελάφρυνση του χρέους που πιστεύουμε ότι χρειάζεται η Ελλάδα για να μας κρατήσει ενεργούς;” Σωστά; Αυτό είναι το πραγματικό ζήτημα».

Η Βελκουλέσκου απάντησε ότι «για το καλό των Ελλήνων και όλων των υπολοίπων, θα ήθελα αυτό να συμβεί νωρίτερα παρά αργότερα». Αλλά αυτό δεν συνέβη γιατί ο Τόμσεν και η Λαγκάρντ ποτέ δεν τόλμησαν να στριμώξουν την Μέρκελ. Αντιθέτως το ΔΝΤ συνεχίζει να κατηγορεί άλλους, παρέχοντας παράλληλα στη Γερμανία πολιτική κάλυψη για να συνεχίζει να πιέζει ασφυκτικά την Ελλάδα.

Αλλά, όπως επεσήμανε έξυπνα η Βελκουλέσκου, οι επιπτώσεις επηρεάζουν και «όλους τους υπόλοιπους». Οι ανησυχητικές εξελίξεις στην Ιταλία, τη Γαλλία και ακόμη και στη Γερμανία αποτελούν μια άμεση συνέπεια του ελληνικού φιάσκου. Η Ελλάδα όμως είναι το άμεσο θύμα και είναι επομένως ευθύνη της ελληνικής κυβέρνησης να κόψει το γόρδιο δεσμό, κηρύσσοντας μονομερώς μορατόριουμ για όλες τις αποπληρωμές μέχρι να συμφωνηθεί μια ουσιαστική αναδιάρθρωση του χρέους και λογικοί δημοσιονομικοί στόχοι.

Οι ψηφοφόροι της Ελλάδας έδωσαν δυο φορές στους ηγέτες τους την εντολή να κάνουν ακριβώς αυτό: μια φορά όταν εξέλεξαν την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, τον Ιανουάριο του 2015, και πάλι εκείνον τον Ιούλιο σε δημοψήφισμα. Για χάρη της Ελλάδας- και της Ευρώπης- οι αρχές πρέπει να λένε τα πράγματα με το όνομά τους.