Η ανοσία στη Δημοκρατία ως η ρίζα των αστοχιών της ΕΕ – The New Statesman

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στον New Statesman την 3η Φεβρουαρίου 2021 και παρουσάζεται εδώ σε μετάφραση της Ασπασίας Φεγγούλη. Προέκυψε από πρόσκληση του αρχισυντάκτη του New Statesman να σχολιάσω το εμβολιαστικό φιάσκο της ΕΕ . 

Από την άρνηση της πραγματικότητας στην απρόθυμη αποδοχή, από την απρόθυμη αποδοχή στις σημαντικές παρεμβάσεις και από κει στην πανωλεθρία: αυτή ήταν η πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης αφότου η πυρκαγιά που λίγο έλειψε να καταπιεί τη Γουόλ Στριτ το 2008 διέσχισε τον Ατλαντικό, πυροδοτώντας την Κρίση του Ευρώ. Δώδεκα χρόνια αργότερα, η αντίδραση της Ε.Ε. στην άφιξη του Covid-19 ακολουθεί μια δυσοίωνα συγκρίσιμη τροχιά.

Οι ευρωσκεπτικιστές θέτουν στο στόχαστρο την υπερβολική γραφειοκρατία και ανικανότητα της Ε.Ε., με χαρακτηριστικό παράδειγμα το εμβολιαστικό φιάσκο της Επιτροπής. Οι ευρωπαϊστές υποστηρίζουν ότι η Ε.Ε. πήρε το μάθημά της και ανταποκρίθηκε στην πανδημία με ενθαρρυντική ικανότητα και αλληλεγγύη. Και οι δύο πέφτουν έξω.

Οι πολλαπλές αποτυχίες της Ε.Ε. οφείλονται σε μια βαθύτερη δυσφορία την οποία ξεσκέπασε η Κρίση του Ευρώ και η οποία επιδεινώνεται τώρα λόγω της πανδημίας. Ποια δυσφορία; Πρόκειται για την τρομερή εγγενή ασυλία της Ε.Ε. από την παραμικρή δόση πραγματικής δημοκρατίας.

Από την άρνηση της πραγματικότητας στην αποδοχή

Είναι δύσκολο να ξεχωρίσουμε την πιο σκοτεινή στιγμή της Ε.Ε. Ήταν άραγε εκείνη του 2009, όταν συνειδητοποιήσαμε ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες, πρωτίστως οι γαλλικές και οι γερμανικές, ήταν πτωχευμένες σε μια νομισματική ένωση ανίκανη από τον ίδιο της τον σχεδιασμό να αντιμετωπίσει έναν φαύλο κύκλο κατάρρευσης τραπεζών και κυβερνήσεων; Ή μήπως η πιο σκοτεινή στιγμή μας έφτασε τον περασμένο Μάρτιο, όταν, ενώ Ιταλοί και Ισπανοί πέθαιναν από Covid-19 σε συγκλονιστικούς αριθμούς, ορισμένες από τις κυβερνήσεις της Ε.Ε. απαγόρευσαν τις εξαγωγές μασκών και ιατρικού εξοπλισμού στην Ιταλία και στην Ισπανία, επιλέγοντας εκείνη ακριβώς τη στιγμή για να αναστείλουν την περίφημη ενιαία αγορά της Ευρώπης;

Από τεχνικής άποψης, η αρχική άρνηση της πραγματικότητας εκ μέρους της Ε.Ε. ήταν νομικά αιτιολογημένη τόσο το 2009 όσο και πέρυσι. Το 2009 τα θεσμικά όργανα της Ε.Ε. δεν διέθεταν την εξουσιοδότηση να σώσουν ούτε τις υπό κατάρρευση τράπεζες ούτε τα παραλυμένα κράτη-μέλη. Έχοντας δημιουργήσει μια Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) η οποία δεν διαθέτει ούτε τη στήριξη κάποιας κυβέρνησης ούτε την ευχέρεια να ανακεφαλαιοποιήσει άμεσα τις τράπεζες της ευρωζώνης ή έστω να βοηθήσει τις εθνικές κυβερνήσεις να το κάνουν, η Ε.Ε. δεν είχε καμιά πιθανότητα να βιώσει θετικά μια παγκόσμια τραπεζική κρίση. Κάτι παρόμοιο ισχύει και κατά τη διάρκεια της πανδημίας μας το 2020: Με τη δημόσια υγεία κυριολεκτικά εκτός της «αρμοδιότητας» της Ε.Ε., δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι τη στιγμή που άρχισε να αυξάνεται ο αριθμός των πτωμάτων και να γεμίζουν οι μονάδες εντατικής θεραπείας, κάθε χώρα βρέθηκε μόνη της: ο σώζων εαυτόν σωθήτω.

Αλλά βέβαια το να αιφνιδιάζει η πραγματικότητα την Ε.Ε. ήταν μέρος του ίδιου του σχεδιασμού της. Οι αρχιτέκτονές της αντιλαμβάνονταν ότι το θεσμικό τους οικοδόμημα ήταν ανεπαρκές, αλλά ήλπιζαν ότι οι καταστάσεις έκτακτης ανάγκης θα ανάγκαζαν τους διαδόχους τους να ξεπεράσουν γρήγορα την αρχική τους άρνηση, ούτως ώστε να μπορέσουν να σφυρηλατήσουν νέους θεσμούς για τους οποίους, πριν από την κρίση, απουσίαζε η πολιτική βούληση. Εν πάση περιπτώσει, το ερώτημα το 2009 και ξανά σήμερα παραμένει το εξής: Έγινε εγκαίρως η στροφή από την άρνηση της πραγματικότητας προς την αποδοχή; Και πόσο επαρκή ήταν τα νέα θεσμικά όργανα της Ε.Ε. που κατασκευάστηκαν ως εκ τούτου;

Πριν από μια δεκαετία ο χρόνος αντίδρασης της Ε.Ε. ήταν περίπου έξι μήνες. Οι ηγέτες της Ε.Ε. πρωτοάκουσαν ότι η χρεοκοπία της ελληνικής κυβέρνησης θα γκρέμιζε δύο γερμανικές και δύο γαλλικές τράπεζες στα μέσα Δεκεμβρίου του 2009. Τον Μάιο του 2010 είχε οριστικοποιηθεί η πρώτη ελληνική διάσωση, ξελασπώνοντας τις γαλλογερμανικές τράπεζες και θέτοντας σε τροχιά παρόμοιες διασώσεις σε όλη την Ευρώπη. Έκτοτε, η παρέμβαση αυτή κινητοποίησε τρισεκατομμύρια ευρώ – ποτάμια ρευστού που διοχετεύτηκαν μέσω ολοκαίνουργιων θεσμών: το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας, η άτυπη Τρόικα στο πλαίσιο του παντοδύναμου αλλά εξίσου άτυπου Eurogroup και φυσικά το τεράστιο πρόγραμμα «ποσοτικής χαλάρωσης» (ουσιαστικά δημιουργία χρήματος) της ΕΚΤ, το οποίο επωμίστηκε το μεγαλύτερο βάρος της διατήρησης της Ευρωζώνης και, κατά συνέπεια, της Ε.Ε.

Το 2020 ο χρόνος αντίδρασης της Ε.Ε. συρρικνώθηκε από έξι σε τρεις μήνες: Μετά τη σκανδαλώδη μεταχείριση της Ιταλίας και της Ισπανίας τον Μάρτιο, η καγκελάριος Μέρκελ και ο πρόεδρος Μακρόν ώθησαν την Ε.Ε. προς συντονισμένη δράση: Ως τον Ιούνιο είχε στηθεί ένα Ταμείο Ανάκαμψης ύψους 750 δισεκατομμυρίων ευρώ με σκοπό την παροχή αρωγής στα κράτη-μέλη που επλήγησαν περισσότερο από τον Covid-19, ποσό το οποίο προστέθηκε στα 1,8 τρισεκατομμύρια ευρώ που διοχετεύθηκαν στις χρηματοπιστωτικές αγορές της Ευρώπης από την ΕΚΤ. Επιπλέον, έχουμε το διαβόητο πλέον κεντρικά σχεδιασμένο πρόγραμμα προμήθειας εμβολίων.

Δεδομένου ότι η Ε.Ε. στερείται την ευκινησία μιας ομοιογενούς κρατικής οντότητας, απαιτώντας οιονεί ομοφωνία μεταξύ είκοσι επτά κυβερνήσεων, ένα χρονικό διάστημα αντίδρασης μεταξύ τριών και έξι μηνών πριν κινητοποιηθούν τρισεκατομμύρια για την αντιμετώπιση απρόβλεπτων καταστροφών δεν είναι και τόσο άσχημο. Επιπλέον, θα ήταν άδικο να μην αναγνωρίσουμε ότι η Ε.Ε. δημιούργησε ποταμούς ευρώ με τους οποίους επιχείρησε να σβήσει τόσο την Κρίση του Ευρώ πριν από μια δεκαετία όσο και την ύφεση λόγω Covid-19 τώρα. Και όμως, το αποτέλεσμα ήταν και στις δύο περιπτώσεις μια φαρσοκωμωδία.

Από την αποδοχή στη συμφεροντολογική αποτυχία

Μικρός, τις θυελλώδεις νύχτες του χειμώνα καθόμουν και μετρούσα τα δευτερόλεπτα μεταξύ αστραπής και κεραυνού για να καταλάβω αν η καταιγίδα χειροτέρευε ή κόπαζε. Στη διάρκεια της Κρίσης του Ευρώ, έπιασα τον εαυτό μου να κάνει το ίδιο ύστερα από κάθε μηνιαία σύνοδο κορυφής της Ε.Ε. για την κρίση, που πάντα κατέληγε σε συνέντευξη τύπου όπου ανακοινώνονταν νέοι εντυπωσιακοί αριθμοί, καθώς και πρωτοβουλίες για την καταπολέμηση της κρίσης: Κατέγραφα τον χρόνο ημιζωής της ευφορίας που κυριαρχούσε αμέσως μετά τη σύνοδο κορυφής, σημειώνοντας την καθοδική του πορεία από εβδομάδες το 2010 σε ημέρες το 2013 και σε ώρες το 2014. Το 2015 βρέθηκα κι εγώ ο ίδιος σε εκείνες τις συνεδριάσεις του Eurogroup, όπου είδα με τα μάτια μου τον πραγματικό λόγο πίσω από την αποτυχία της Ε.Ε: Η θεσμοποιημένη επιμονή να θέτουν το λάθος ερώτημα.

Όταν ο χρηματοοικονομικός τομέας βίωσε την επιθανάτια εμπειρία του το 2008, ο Γκόρντον Μπράουν κι ο Μέρβιν Κινγκ στο Λονδίνο, ο Χανκ Πόλσον κι ο Μπεν Μπερνάνκι στην Ουάσιγκτον συγκέντρωσαν τους τραπεζίτες φίλους τους, τους παρατρεχάμενους του Υπουργείου Οικονομικών κλπ. και έθεσαν το σωστό ερώτημα: «Τι θα χρειαστεί για να μην επιτρέψουμε σε αυτή η κρίση να μας κατασπαράξει;». Εντωμεταξύ, στις Βρυξέλλες, πραγματοποιήθηκε παρόμοια συνάντηση. Μόνο που το ερώτημα το οποίο τέθηκε ήταν πολύ διαφορετικό: «Δεδομένου ότι οι κανόνες μας δεν μπορούν πλέον να ισχύουν, πώς μπορούμε να συνεχίσουμε να προσποιούμαστε ότι εξακολουθούν να ισχύουν;». Είναι προφανές ότι ακόμη και αν η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι τρομερά έξυπνη, ακόμη κι αν εφαρμοστεί απαρέγκλιτα, μόνο κατά τύχη θα μπορούσε ποτέ να ελαχιστοποιήσει το ανθρώπινο και οικονομικό κόστος της κρίσης.

Πλέον διερωτόμαστε: Γιατί τέτοια προτίμηση για το λάθος ερώτημα; Η απάντηση είναι ότι αν το 2010 είχε τεθεί το σωστό (δηλαδή «Τι θα χρειαστεί για να μην επιτρέψουμε σε αυτή η κρίση να μας κατασπαράξει;»), η απάντηση θα ήταν προφανής: Σκίστε το εγχειρίδιο κανόνων της Ε.Ε., το οποίο απαγόρευε στην ΕΚΤ να κάνει αυτό που έκαναν η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ και η Τράπεζα της Αγγλίας, και δώστε της εντολή να τυπώσει τα χρήματα που χρειάζονται οι γαλλικές και γερμανικές τράπεζες, αλλά και τα ίδια τα κράτη μας, για να επιβιώσουν. Δυστυχώς, αυτό ήταν κάτι που η ολιγαρχία της Ευρώπης, στην οποία οι ηγέτες της Ε.Ε. απεχθάνονται να εναντιώνονται, δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να συμβεί. Γιατί; Διότι συναινώντας στο σκίσιμο του αρχικού εγχειριδίου κανόνων της Ε.Ε., θα υπονόμευαν οικειοθελώς το μεγαλύτερο επίτευγμά τους.

Σκεφτείτε το. Όπως κατασκευάστηκε αρχικά, η ευρωζώνη είναι η ονείρωξη κάθε ολιγάρχη. Διαθέτει μια κεντρική τράπεζα που προσφέρει σε κάθε εταιρικό ολιγάρχη απεριόριστο δωρεάν χρήμα στο πλαίσιο μιας μεγάλης, πλούσιας οικονομίας, όπου λόγω των κανόνων που περιορίζουν αδίστακτα τι μπορούν να κάνουν οι πολιτικοί θεσμοί για λογαριασμό της πλειοψηφίας, το εκλογικό σώμα αδυνατεί να φέρει στην εξουσία οποιαδήποτε κυβέρνηση, εθνική ή ομοσπονδιακή, με τα εργαλεία που απαιτούνται για τη μεταφορά σημαντικού τμήματος του πλούτου από τους λίγους στους πολλούς. Γιατί να επιτρέψουν να λάβει τέλος η ονείρωξή τους;

Μήπως το κατεστημένο της Ε.Ε. δεν γνώριζε ότι απαντώντας σε λάθος ερώτημα θα υπονόμευε τους εργαζόμενους και τη μεσαία τάξη της Ελλάδας και της Γερμανίας, καθώς και ότι θα κατάφερνε βαρύ πλήγμα στις συνολικές επενδύσεις και συνεπώς στον ευρωπαϊκό καπιταλισμό; Φυσικά και το γνώριζε. Αλλά, κατά την άποψή τους, η πανωλεθρία της Κρίσης του Ευρώ και η αποφευκτή συμφορά που προκάλεσε σε ολόκληρη την Ευρώπη ήταν ένα τίμημα που άξιζε να πληρωθεί προκειμένου να εξασφαλίσουν την ασυλία τους από τη δημοκρατική διαδικασία. Αν κανείς χρειάζεται έναν χαρακτηριστικό ορισμό της συμφεροντολογικής αποτυχίας, μπορεί κάλλιστα να τον βρει εδώ.

Καπνός και καθρέφτες

Από το 2010 έχει δαπανηθεί απίστευτη φαιά ουσία για την καταστρατήγηση των κανόνων της ίδιας της Ε.Ε. από ανθρώπους που προσποιούνται ότι τους σέβονται. Όλα ξεκίνησαν με την ελληνική διάσωση, η οποία δεν επιτρεπόταν βάσει των κανονισμών, αλλά ήταν απαραίτητη προκειμένου να περισωθούν οι βλακώδεις γαλλογερμανικές τράπεζες. Για να συγκαλύψει τα δάνεια διάσωσης, έτσι ώστε να μη μοιάζουν με δάνεια διάσωσης, η Ε.Ε. προσέλαβε πανέξυπνους χρηματοοικονομικούς μηχανικούς, ορισμένοι από τους οποίους υπήρξαν υπάλληλοι της Lehman. Ήταν αυτοί που σχεδίασαν διαβολικά πολύπλοκες δανειακές διευκολύνσεις και νέα θεσμικά όργανα κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη «σπαταληθεί» ούτε ένα ευρώ σε άπορους Ευρωπαίους.

Όταν τελείωσαν όλα, κι αφού οι τραπεζίτες της Ευρώπης πληρώθηκαν μέσω της τεράστιας λιτότητας, έκαναν το μεγάλο βήμα και επέτρεψαν στην ΕΚΤ να τυπώσει όσα τρισεκατομμύρια ευρώ ήταν απαραίτητο για να συγκαλυφθεί η υποβόσκουσα στασιμότητα και να πλουτίσουν περαιτέρω οι ολιγάρχες. Μέχρι να γίνουν όλα αυτά, χώρες όπως η Ελλάδα, η Ιταλία, η Πορτογαλία και η Ισπανία είχαν μετατραπεί σε φυλακές οφειλετών και εκατομμύρια Ευρωπαίοι της ηπειρωτικής Ευρώπης είχαν μετακομίσει στο Ηνωμένο Βασίλειο για να επωφεληθούν από τον σχετικό οικονομικό δυναμισμό του, δίνοντας έτσι στο Brexit την ώθηση που χρειαζόταν για να επικρατήσει οριακά το 2016.

Και επιστρέφουμε στην περσινή χρονικά και στην οικονομική απάντηση της Ε.Ε. στον Covid-19. Για άλλη μια φορά, ύστερα από μια περίοδο άρνησης της πραγματικότητας και κωμικών αντιποίνων, η Ε.Ε. ανακοίνωσε μεγάλα ποσά και νέους θεσμούς για να τα μοιράσει σε ολόκληρη την ήπειρο, προκαλώντας την προβλέψιμη ευφορία του κύκλου των σχολιαστών. Εξίσου προβλέψιμα, έξι μήνες αργότερα η ευφορία είχε ξεφουσκώσει αφήνοντας πίσω της το σύνηθες δυσοίωνο προαίσθημα. Εκ των υστέρων, αυτό που συνέβη ήταν μια πιστή μεταφορά της Κρίσης του Ευρώ του 2010, αυτή τη φορά ωστόσο με μια νότα ριζοσπαστικότητας για τα μάτια του κόσμου.

Τον περασμένο Μάρτιο, σε μια κρίση εναρμονισμένου πανικού που ακολούθησε τα lockdown σε όλη την Ε.Ε., δεκατρείς αρχηγοί κυβερνήσεων της Ε.Ε., μεταξύ των οποίων και ο Πρόεδρος της Γαλλίας Μακρόν, απαίτησαν από την Ε.Ε. την έκδοση κοινού χρέους (του λεγόμενου Ευρωομόλογου) που θα βοηθούσε στη μετατόπιση του διογκούμενου εθνικού χρέους από τους αδύναμους ώμους των κρατών μας στην Ε.Ε., προκειμένου να αποφευχθεί η τεραστίων διαστάσεων λιτότητα ελληνικού τύπου στα μετα-πανδημικά χρόνια. Η απάντηση της καγκελαρίου Μέρκελ ήταν το αναμενόμενο «Nein». Για παρηγοριά τούς προσέφερε ένα Ταμείο Ανάκαμψης που θα χρηματοδοτηθεί από κοινό χρέος ύψους έως και επτακόσια πενήντα δισεκατομμύρια ευρώ. Ακουγόταν ότι θα συγκεντρωνόταν πολύ χρήμα χάρη σε κάτι που έμοιαζε πολύ με το ποθητό Ευρωομόλογο. Αλλά δυστυχώς -όπως και στην περίπτωση της ελληνικής διάσωσης από το 2010 και μετά- δεν ήταν παρά μπόλικο προπέτασμα τοξικού καπνού και κάμποσοι παραμορφωτικοί καθρέφτες.

Ο Τύπος δεν το είδε έτσι, αν μη τι άλλο στην αρχή. Η απόφαση της Άγκελα Μέρκελ να τερματίσει την αντίθεσή της στις δημοσιονομικές μεταβιβάσεις παρουσιάστηκε ευρέως ως η «στιγμή Χάμιλτον» που χρειαζόταν η Ε.Ε. προκειμένου να μετατραπεί σε πραγματική Ένωση. Το επιχείρημα, που αναφέρεται στην περιγραφή εκ μέρους του Αλεξάντερ Χάμιλτον του Κοινού Χρέους ως το «τσιμέντο» της αμερικανικής εθνικής ενότητας, ήταν ότι τα ομόλογα της Ε.Ε. που θα χρηματοδοτήσουν το Ταμείο Ανάκαμψης αποτελούν το παροιμιώδες «πόδι στην πόρτα» που την κρατά μισάνοιχτη ώστε να μπορέσει να τρυπώσει αργότερα μια ουσιαστική δημοσιονομική ένωση. Το πρόβλημα ωστόσο είναι ότι κάτι τέτοιο μπορεί άνετα να καταλήξει σε ένα τσακισμένο πόδι και σε μια κλειστή πόρτα.

Ο λόγος που έξι μήνες μετά την ανακοίνωση του Ταμείου Ανάκαμψης ο ενθουσιασμός έχει κοπάσει είναι ότι οι Ευρωπαίοι έχουν πλέον αντιληφθεί όχι μόνο την ασημαντότητά του, αλλά και τους κινδύνους που το συνοδεύουν. Για να υπερασπιστεί τους πιο αδύναμους της Ε.Ε., ανθρώπους και κοινότητες, το Ταμείο Ανάκαμψης θα πρέπει να επιστρατεύσει μια δημοσιονομική ώθηση συγκρίσιμη σε μέγεθος με τις περικοπές λιτότητας που θα ήταν σε διαφορετική περίπτωση απαραίτητες για την εξισορρόπηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων μόλις ανακάμψει το Βερολίνο. Το συνολικό ποσό που θα διατεθεί από το Ταμείο Ανάκαμψης είναι λιγότερο από το ένα δέκατο αυτού, γεγονός που διασφαλίζει ότι αργά ή γρήγορα θα επέλθει νέο τσουνάμι λιτότητας.

Και ας μην ξεχνάμε τις τοξικές πολιτικές που το Ταμείο Ανάκαμψης έχει ήδη δημιουργήσει και είναι βέβαιο ότι θα μεγεθύνει. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι το Ηνωμένο Βασίλειο λειτουργεί όπως η Ε.Ε. Ότι δεν διαθέτει ένα εθνικό σύστημα επιδομάτων ανεργίας, ένα εθνικό σύστημα υγείας σαν το NHS και γενικότερα ένα σύστημα αυτόματων μεταβιβάσεων από τις πιο εύπορες στις λιγότερο εύπορες περιφέρειες της χώρας. Και τώρα ας εισαγάγουμε σε αυτό το δυστοπικό Ηνωμένο Βασίλειο ένα Ταμείο Ανάκαμψης τύπου Ε.Ε. Τέλος, ας φανταστούμε τη φρίκη των πολιτικών οι οποίοι εκπροσωπούν τις κομητείες Σάσεξ και Σάρεϊ, που προσπαθούν να διαπραγματευτούν με τους ομολόγους τους από τη Νορθάμπρια και το Γιόρκσαϊρ σχετικά με το πόσα χρήματα θα μεταβιβάσουν σε αυτούς μετά την πανδημία, χωρίς να γνωρίζουμε ακόμη τον αντίκτυπό της σε κάθε περιφέρεια. Πιστέψτε με, οι διαιρέσεις και η τοξικότητα μιας τέτοιας διαδικασίας θα έκαναν το Brexit να μοιάζει με ανέμελο περίπατο! Και όμως αυτή η διχόνοια είναι εγγενής στον σχεδιασμό του Ταμείου Ανάκαμψης της Ε.Ε. Μάλιστα, έχουν ήδη καταρτιστεί τα κονδύλια ανά χώρα χωρίς ακόμη να γνωρίζουμε τις επιπτώσεις της ύφεσης σε κάθε χώρα. Είναι σχεδόν σαν το σκαρφίστηκε ένας πανούργος ευρωσκεπτικιστής. Μόνο που οι πραγματικοί λόγοι δεν είναι ιδεολογικοί. Αυτό που κρύβεται από πίσω είναι τα ίδια παλιά ολιγαρχικά συμφέροντα που υπονομεύουν μια ορθολογική επίλυση της Κρίσης του Ευρώ εδώ και περισσότερο από μια δεκαετία

Στα εύκολα και στα δύσκολα

Την εποχή που οριστικοποιούνταν το Ταμείο Ανάκαμψης, οι ηγέτες της Ε.Ε. -εύλογα- αποφάσισαν να μεταθέσουν όλες τις αποφάσεις σχετικά με την προμήθεια εμβολίων στην Επιτροπή της κυρίας Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Η λογική πίσω από αυτή τη μετάθεση ήταν να αποτραπούν τα αρχικά φαινόμενα τύπου «ο θάνατός σου η ζωή μου» και να διασφαλιστεί ότι κάθε ευρωπαϊκή χώρα θα προμηθευτεί τον ίδιο αριθμό εμβολίων, κατ’ αναλογία, στην ίδια τιμή. Οι λογικοί Ευρωπαίοι, όχι αδικαιολόγητα, επέτρεψαν στον εαυτό τους την ελπίδα ότι θα ξημερώσει μια νέα εποχή ορθολογικού συντονισμού και πανευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Πόσο έξω έπεσαν!

Το εμβολιαστικό φιάσκο της Ε.Ε. αποτελεί άλλη μία ένδειξη ότι η αναποτελεσματική γραφειοκρατία δεν ήταν ποτέ η πραγματική αχίλλειος πτέρνα της Ε.Ε.. Οι ρίζες των πολλαπλών αποτυχιών μας μπορούν να εντοπιστούν στις ίδιες τις απαρχές της Ε.Ε., όταν η Ένωση δεν ήταν παρά ένα εξευγενισμένο καρτέλ. Οι κανόνες που προκάλεσαν τόσο πολλά αποφευκτά βάσανα σε ολόκληρη την ήπειρο, αλλά και που έχουν εγγυηθεί την ασυλία της ολιγαρχίας από οτιδήποτε μοιάζει με δημοκρατική διαδικασία, είναι ενσωματωμένοι τόσο στον άγραφο συντεχνιακό κώδικα όσο και στο modus operandi που θυμίζει καρτέλ, στο κέντρο μιας Ε.Ε. η οποία, ας μην το ξεχνάμε, ξεκίνησε την καριέρα της ως πραγματικό καρτέλ – ως Ευρωπαϊκές Κοινότητες Άνθρακα και Χάλυβα.

Σε αντίθεση με τα εθνικά κράτη, που αναδύθηκαν ως σταθεροποιητές συγκρούσεων μεταξύ κοινωνικών τάξεων και ομάδων, η Ε.Ε. δημιουργήθηκε ως καρτέλ με αποστολή τη σταθεροποίηση των περιθωρίων κέρδους των μεγάλων κεντροευρωπαϊκών εταιρειών. Μέσα από αυτό το πρίσμα, η ανυποχώρητη αφοσίωση της Ε.Ε. στις αποτυχημένες πρακτικές αρχίζει να έχει νόημα. Γνωρίζουμε ότι τα καρτέλ τα καταφέρνουν μια χαρά στη διανομή μονοπωλιακών κερδών μεταξύ ολιγαρχών, αλλά όχι και στη διανομή ζημιών. Γνωρίζουμε επίσης ότι, σε αντίθεση με τα κανονικά κράτη, τα καρτέλ αντιστέκονται σθεναρά σε κάθε είδους εκδημοκρατισμό της λήψης αποφάσεων, είτε αφορούν το χρέος είτε αφορούν τα εμβόλια.

Σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσον αφορά την παραγγελία εμβολίων υπακούει σε μια συγκεκριμένη επιτακτική ανάγκη: τη διατήρηση της ισορροπίας του γαλλογερμανικού συντεχνιακού άξονα. Για ποιον άλλο λόγο χώρισαν οι Βρυξέλλες τον εμβολιαστικό προϋπολογισμό της Ε.Ε. ακριβώς στη μέση μεταξύ της γερμανικής BioNTech και της γαλλικής Sanofi (δίνοντας στην καθεμιά παραγγελία για 300 εκατομμύρια εμβόλια), ενώ χρονοτριβούν επί τρεις ολόκληρους μήνες για το «μολυσμένο» από το Brexit εμβόλιο Oxford-AstraZeneca; Και όταν το γαλλικό εμβόλιο απέτυχε σε κλινικές δοκιμές, αφήνοντας την Επιτροπή με σοβαρή έλλειψη εμβολίων, η πανικοβλημένη αντίδρασή τους βγήκε κατευθείαν από τις σελίδες του εγχειριδίου της Κρίσης του Ευρώ, ενός βιβλίου της κακίας: Πέρασαν στην επίθεση απειλώντας να επιβάλουν «εμβολιαστικά σύνορα» μέσω της νήσου της Ιρλανδίας, ξεσκεπάζοντας έτσι την ανειλικρίνεια της διακηρυγμένης δέσμευσής τους στη συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής.

Κατά τρόπο που θυμίζει εντυπωσιακά τα αντίποινα κατά τη διάρκεια της Κρίσης του Ευρώ μεταξύ των ηγετών της Ε.Ε. που πάσχιζαν να μεταθέσουν την ευθύνη της πανωλεθρίας σε άλλους, είμαστε μάρτυρες ενός υπερβολικά γνώριμου παιχνιδιού. Η Επιτροπή επιχειρεί να συγκαλύψει τις κακές αποφάσεις με ακόμη χειρότερες. Ένας ανώτερος αξιωματούχος της Ε.Ε., ο Μάρτιν Σελμάιερ, έκανε χθες ένα tweet, το οποίο και πολύ σύντομα διέγραψε, όπου έγραφε ότι ο εμβολιασμός της Ευρώπης είναι ταχύτερος από αυτόν της Αφρικής. Ο Εμανουέλ Μακρόν, την ημέρα που οι αρχές της Ε.Ε. ενέκριναν το βρετανικό εμβόλιο AstraZeneca για γενική χρήση, εξέφρασε την άποψη ότι είναι «εντελώς αναποτελεσματικό για τους ηλικιωμένους». Εντωμεταξύ, ο Γερμανός ομοσπονδιακός υπουργός Υγείας δήλωσε ότι εξετάζει την περίπτωση του ρωσικού εμβολίου, για το οποίο οι αρχές της Ε.Ε. έχουν μηδενικά δεδομένα ώστε να μπορούν να το κρίνουν.

Καθώς η Άνγκελα Μέρκελ ετοιμάζεται να αποσυρθεί, η παρακαταθήκη της θα είναι η εξής: Ξόδεψε το τεράστιο πολιτικό της κεφάλαιο προκειμένου να διατηρήσει άθικτο το συντεχνιακό γαλλογερμανικό θεμέλιο μιας Ε.Ε. που παρέχει στην άρχουσα τάξη της Ευρώπης τη μεγαλύτερη δύναμη που θα μπορούσαν ποτέ να απολαύσουν οι ολιγάρχες σε μια τεχνολογικά προηγμένη κοινωνία, όπου η ελευθερία είναι εγγυημένη, αλλά μόνο εντός μιας πολιτικής σφαίρας που έχει αποστραγγιστεί από κάθε εξουσία. Ακόμη και όταν αναγκάστηκε να υποχωρήσει, όπως στην περίπτωση του Ταμείου Ανάκαμψης, φρόντισε ώστε η μόνη αναδιανομή που θα μπορούσε να επιφέρει να είναι η ανακατανομή του πλούτου από τους φτωχούς Γερμανούς εργαζόμενους (που επιβαρύνονται με τα δάνεια της Ε.Ε.) σε Έλληνες και Ιταλούς ολιγάρχες – χάρη σε ένα σύστημα μεταβιβάσεων που υπόκειται στον τρόπο λήψης αποφάσεων της Ε.Ε., ο οποίος θυμίζει έντονα καρτέλ.

Από κοινού, οι αξιωματούχοι της Ε.Ε. και οι ολιγάρχες ευρωπαϊκού Νότου και Βορρά κατάφεραν να αποσπάσουν ληστρικά από τους ευρωπαϊκούς λαούς, στα εύκολα και στα δύσκολα, τόσο σε καιρούς ευρωστίας όσο και σε καιρούς χαλεπούς, κάθε δυνατότητα συμμετοχής στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Κατά συνέπεια, δώδεκα χρόνια μετά την κρίση του 2008, η πανδημία έχει σκληρύνει την πραγματικότητα της Ευρώπης ως της πλουσιότερης και συνάμα πιο άρρωστης ηπείρου στον κόσμο. Το έκαναν μετατρέποντας την Ε.Ε. σε μια τεράστια αγελάδα ρευστότητας στην οποία εμείς οφείλουμε αδιαφιλονίκητη υποταγή και στην οποία, ταυτόχρονα, οι εγχώριες ολιγαρχίες μας μπορούν να φορτώνουν τις αποτυχίες τους. Για να παραφράσω ελαφρώς την Αρουντάτι Ρόι: Η τραγωδία της Ευρώπης είναι άμεση, πραγματική, επική και εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας. Μόνο που δεν είναι κάτι καινούργιο. Είναι τα συντρίμμια ενός τρένου που κυλάει πάνω στις ράγες έχοντας πάρει κλίση εδώ και χρόνια.